Τετάρτη, 29 Ιανουαρίου 2014

Η Ελένη Γκίκα απαντά στο ερωτηματολόγιο



Πηγή;


Περιγράψτε μας την εικόνα του εφηβικού δωματίου σας και βάλτε μας και το σχετικό soundtrack.

Δεν απέχει και πολύ από την παρούσα κατάσταση: βιβλία και τετράδια, ράφια υπό κατάρρευση, στοίβες στο πλάι μου και γραφείο σχεδόν μόνιμα άδειο. Μια ζωή γράφω στο γόνατο, τότε στο πάτωμα. Μουσική συνήθως ορχηστρική, τα τραγούδια πάντα με κάνουν να κλαίω. Υπάρχουν τραγούδια αλλά είναι αναμνήσεις έξω από το δωμάτιο. Εξάλλου κι ο νους μου είναι σχεδόν πάντα στο παράθυρο κι έξω στο δρόμο. Στη γιαγιά ή στη θεία μου, ή στο σπίτι της φίλης μου της Μαρίκας που υπήρχαν κι άλλα παιδιά.



Αν παρομοιάζατε το έργο σας με ζωγραφική, ποιος ζωγράφος θα ήσασταν;



Νομίζω ταιριάζουν αυτές οι πολύχρωμες πληγωμένες Φρίντες της Φρίντα. Η Φρίντα Κάλο μου πάει σε όλα: στις αντοχές και στα χρώματα, στα φαρδιά φορέματα, στους κολιέδες, στο ότι ζωγράφιζε τον εαυτό της επειδή ήταν μόνη. «Σαν κορδέλα τυλιγμένη σε βόμβα», γι’ αυτό.



Με ποιον λογοτεχνικό ήρωα θα θέλατε να έχετε ερωτική σχέση;Με τον Χίθκλιφ, παρότι μεγάλωσα, τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη» τέτοια ζημιά κάνουν! Μπορώ με δύο; Και με τον «Υπέροχο Γκάτσμπι». Για όσα υπόσχονται «πέρα απ’ τα όρια».



Ποια η ιδανική θερμοκρασία περιβάλλοντος (υπό σκιά η μέτρηση) για να διαβάζετε ή να γράφετε;Συνθήκες θέρους στο καταχείμωνο και χειμώνα στο κατακαλόκαιρο μέχρι πρότινος, τώρα πια σχεδόν δεν με νοιάζει, δηλαδή ούτε ζεσταίνομαι, ούτε παγώνω



Υπάρχει κάτι ή κάποιος λόγος που θα σας έκανε να σταματήσετε το γράψιμο;



Νομίζω πια θα ήταν αυτοκτονία. Για μένα αποτελεί την μόνη πραγματικότητα. Θα μπορούσα να μην εκδώσω, όμως. Για πολλούς λόγους. Το έχω σκεφτεί ένα βράδυ χαράς όταν έκλαψε από πόνο κάποιο πλάσμα που αγαπάω. Είχε μόλις εκδοθεί ένα βιβλίο μου. Να μη ξανακλάψει, να μη πονέσει σκέφτηκα ολόψυχα κι ας μη σώσω να ξαναβγάλω.



Έχετε κλάψει ποτέ για ένα στίχο ή για μια φράση που διαβάσατε;



Κλαίω συχνά, και ιδιαίτερα με ποίηση. Και με δικά μου μετά από χρόνια, κλαίω. Έχω κλάψει με τις «Καρτ ποστάλ» της Πρου, με τους «Maytress» της Annie Dillard, ακόμα το θυμάμαι, πολύ κλάμα.



Ποια θα ήταν η πιο ακραία πράξη θυσίας που θα κάνατε για έναν άνθρωπο που αγαπάτε πολύ;



Έχω παρακαλέσει να σηκώσω το βάρος απ’ την αρρώστια του. Δεν ήταν θυσία, θυσία κάνουν ή λένε πώς κάνουν «οι δόλιες μάνες». Δεν υπάρχει θυσία στην αγάπη, ό,τι κάνεις το κάνεις επειδή εσύ δεν μπορείς να μη το κάνεις.



Αν ο έρωτας και ο θάνατος είναι τα δύο μεγάλα θέματα της λογοτεχνίας, ποιο είναι για σας το τρίτο κατά σειρά;

Ο Χρόνος που μεταμορφώνει το ένα στο άλλο.



Ποιο είναι το πιο υπερτιμημένο βιβλίο όλων των εποχών;

Για να το σώσει ο χρόνος κάτι θα έχει, αλλιώς θα έσβηνε.



Γιατί δε λέμε πάντα την αλήθεια;



Γιατί δεν την ξέρουμε, γι’ αυτό τη φοβόμαστε. Άλλο η αλήθεια κι άλλο η ειλικρίνεια. Το πρώτο και βάθος έχει και φως και διάρκεια. Το άλλο, μεταβάλλεται, είναι εγωιστικό και πληγώνει κι εμάς και τους άλλους.







Η Ελένη Γκίκα γεννήθηκε το 1959 στο Κορωπί. Δημοσιογράφος και βιβλιοκριτικός στο Αντί, στις Εικόνες και στο Έθνος της Κυριακής από το 1983, έχει ασχοληθεί με το μυθιστόρημα, το διήγημα, την ποίηση, το παραμύθι, έχει συμμετάσχει σε συλλογικές εκδόσεις και έχει επιμεληθεί βιβλία και σειρές. Κυκλοφορούν 30 βιβλία της. Ανάμεσά τους Δι’ εσόπτρου εν αινίγματι, Να τα μετράω ή να μη τα μετράω τα χρόνια, Το αίνιγμα του άλλου, Μετεβλήθη εντός μου, ο ρυθμός του κόσμου, Υγρός χρόνος, Εν αταξίαις εύτακτοι όντες, Το Γράμμα που λείπει, Πλήθος είμαι, Οι κούκλες δεν κλαίνε και Η αιώνια επιστροφή. Η γυναίκα της βορινής κουζίνας, Το μπολερό δεν ήταν του Ραβέλ, Το μυστικό της μαγικής τσαγιέρας και Η ζωγραφιά που ταξιδεύει, κυκλοφορούν απ’ τις εκδόσεις «Καλέντη»

Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2014

Σάββατο, 18 Ιανουαρίου 2014

Εύα Καραϊτίδη: «Το νέο βιβλιοπωλείο της Εστίας ήταν αναγκαιότητα»

Το νέο βιβλιοπωλείο της Εστίας βρίσκεται Διδότου και Δελφών γωνία στο Κολωνάκι.



Πηγή: http://www.andro.gr




                                                  της Αριάδνης Λουκάκου

Πώς έχει ανταποκριθεί το κοινό με το άνοιγμα του νέου βιβλιοπωλείου της Εστίας; Ο κόσμος έχει υποδεχθεί το νέο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων της Εστίας με πολύ μεγάλη χαρά και εμπράκτως. Ήταν πολύ συγκινητικό και αυτό που έγινε όταν έκλεισε το βιβλιοπωλείο στη Σόλωνος, τότε ήταν πολύ έντονη η στενοχώρια, ενώ τώρα είναι τόσο μεγάλη η χαρά… Εγώ πάλι, το βλέπω σαν ριζική αλλαγή. Από τη στιγμή που δεν παρουσιαζόταν η εκδοτική παραγωγή της Εστίας στο σύνολό της, το άνοιγμα αυτού του βιβλιοπωλείου ήταν αναγκαιότητα. Πόσο διαφορετική είναι η ενασχόληση με το βιβλιοπωλείο σε σχέση με τις εκδόσεις; Αγαπώ πολύ τα βιβλιοπωλεία γιατί χαίρομαι την επαφή με τον αναγνώστη, το να ακούς τα σχόλια, να συζητάς, αυτό μου αρέσει. Συμβαίνει ξανά αυτό που συνέβαινε με όλες τις Εστίες, δηλαδή οι άνθρωποι βρίσκονται εδώ και συζητούν μεταξύ τους, είναι ένα σημείο συνάντησης με κοινό παρονομαστή την αγάπη για το καλό βιβλίο. Αυτό είναι το πραγματικό στέκι: Δεν το ορίζει ένας άνθρωπος, αλλά ο ίδιος ο χώρος. Η δουλειά του εκδότη, από την άλλη, χρειάζεται συγκέντρωση και απομόνωση. «Τώρα είμαι ευτυχής. Δεν ξέρω πώς θα πάει, αλλά προς το παρόν είμαστε όλοι πολύ ευχαριστημένοι».

Ήταν δύσκολη η απόφαση να ανοίξει το βιβλιοπωλείο στον καιρό της κρίσης; Ήταν πάρα πολύ εύκολη γιατί, όπως προείπα, ήταν αναγκαιότητα. Τα βιβλία μας δεν φαίνονταν όπως τους άξιζε και έπρεπε να φτιαχτεί ένας χώρος έτσι όπως τον θέλαμε για να αναδειχθεί αυτός ο εκδοτικός θησαυρός του παρελθόντος και του παρόντος της Εστίας. Οπότε, ναι μεν η κρίση δεν βοηθούσε, όμως, από την άλλη, ήταν τόσο μεγάλη η χαρά και η διάθεση να ανοίξει αυτό το μαγαζί –το λέω μαγαζί, όπως έλεγε ο παππούς μου το βιβλιοπωλείο της Σταδίου– και όλοι μας, με προεξάρχοντα τον υπεύθυνο του χώρου Πολύκαρπο Νικολόπουλο, δουλέψαμε πολύ και συλλογικά για να γίνει. Τώρα είμαι ευτυχής. Δεν ξέρω πώς θα πάει, αλλά προς το παρόν είμαστε όλοι πολύ ευχαριστημένοι. «Εγώ το βλέπω σαν ριζική αλλαγή. Από τη στιγμή που δεν παρουσιαζόταν η εκδοτική παραγωγή της Εστίας στο σύνολό της, το άνοιγμα αυτού του βιβλιοπωλείου ήταν αναγκαιότητα». Σε ποιο βαθμό σας έχει καθορίσει το γεγονός ότι μεγαλώσατε σε ένα περιβάλλον γεμάτο βιβλία; Όλοι διάβαζαν στο σπίτι. Η μάνα μου, ο πατέρας μου, η γιαγιά μου διάβαζαν, τους θυμάμαι πάντα με ένα βιβλίο στο χέρι. Εγώ από μικρό παιδί ήμουν μεν κοινωνική, αλλά συχνά είχα δυσκολία στην επαφή με τους γύρω μου. Έβρισκα λοιπόν καταφύγιο στο διάβασμα. Η μητέρα μου ήταν αυτή που μου εμφύσησε την αγάπη για τη λογοτεχνία, και μάλιστα για την καλή λογοτεχνία. Τώρα, ως εκδότρια, με ποια κριτήρια επιλέγετε να εκδώσετε ένα βιβλίο; Ένα βιβλίο γενικώς, ή ένα βιβλίο λογοτεχνίας; Αν έχει σχέση με τη σειρά που επιμελούμαι προσωπικά και με την οποία έχω πάθος, με τη μαρτυρία στη γενικότερη έννοιά της, ή με τη λογοτεχνία, που είναι κάτι που αισθάνομαι ότι μπορώ να το επιλέξω, τότε τον τελικό λόγο τον έχω εγώ, πολλές φορές και τον αρχικό και τον τελικό. Η μητέρα μου διάβαζε και διαβάζει πάρα πολύ, άρα για τη λογοτεχνία είμαστε εμείς. Σε θέματα πολιτικής, ιστορίας, φιλοσοφίας, ψυχανάλυσης αποφασίζουν οι επιμελητές των σειρών (Γ. Φαράκλας, Ελένη Περδικούρη, Γεράσιμος Στεφανάτος, Σταύρος Ζουμπουλάκης, Νίκος Καραπιδάκης). Καμιά φορά μπορεί να κάνω κι εγώ μια πρόταση ή να μας έρθει μία ωραία ιδέα από αλλού, αλλά τον τελικό λόγο τον έχουν εκείνοι. «Είμαι πάρα πολλά χρόνια μαθήτρια της γιόγκα και παραμένω μαθήτρκαι παραμένω μαθήτρια. Κάποια στιγμή λοιπόν αισθάνθηκα ότι έχω πάρει πάρα πολλά πράγματα και ότι είναι ώρα να δώσω κι εγώ με τη σειρά μου. Η διδασκαλία δίνει μια πολύ μεγάλη αίσθηση προσφοράς, και επομένως χαράς». Μπορείτε να ξεχωρίσετε κάποια βιβλία που σας έχουν σημαδέψει; Σε όλη μου τη ζωή; Είναι πολύ δύσκολο να απαριθμήσω τίτλους ή ονόματα, είναι πολλοί οι σταθμοί και θα παραλείψω ένα σωρό σημαντικούς στη ζωή μου… Θα αναφέρω σίγουρα την Πηνελόπη Δέλτα. Όταν διάβαζα τον «Τρελαντώνη» ταυτιζόμουν με την Πουλουδιά, που μετά έμαθα ότι ήταν η ίδια η Πηνελόπη Δέλτα. Τα «Μυστικά του Βάλτου» τα διάβασα γύρω στα 35, επειδή ήξερα ότι πεθαίνει ο Μάγκας –μας το είχε «καρφώσει» η μητέρα μας– κι έτσι αρνήθηκα να το διαβάσω όταν ήμουν μικρή. Επίσης, στα παιδικά μου χρόνια αγάπησα πολύ τον Ιούλιο Βερν. Μετά ξανάρχισα να διαβάζω ως φοιτήτρια και δεν σταμάτησα ποτέ. Στη Γαλλία, κατά τη διάρκεια των σπουδών μου, πρώτη φορά διάβασα ή ξαναδιάβασα τόσο προσεκτικά τους αρχαίους τραγικούς ποιητές. Παρόλο που τελείωσα τη φιλολογία εδώ, εκεί τους πρωτοδιάβασα με απόλαυση. Εκεί πρωτοδιάβασα και τους προσωκρατικούς φιλοσόφους, τα κείμενα για τους σοφιστές, τον Πλάτωνα. ‘Οσο μπορώ και όποτε μπορώ να τον πλησιάσω, αισθάνομαι αγαλλίαση που υπήρξε στον κόσμο και υπάρχει ακόμα μέσα από το έργο του. Ανατυπώσαμε πρόσφατα τον «Τίμαιό» του, ένα βιβλίο που ενώ έχει γνωρίσει πολλές επανεκδόσεις, είχε πάρα πολύ μεγάλη επιτυχία. Όπως και το «Συμπόσιο», που εξακολουθεί να έχει τεράστια ζήτηση. Επίσης, όσο έζησα στη Γαλλία καταβρόχθισα στην κυριολεξία τα βιβλία της γενιάς του ’30, ήταν σαν να επανασυνδεόμουν εξ αποστάσεως με ό,τι υπήρχε μέσα μου. Ήταν η σύνδεση με τη βάση μου. Ανάλογα με την φάση που περνούσα, προτιμούσα τον Τερζάκη ή τον Καραγάτση ή τον Μυριβήλη ή τον Θεοτοκά… Τώρα τους αγαπώ όλους, γιατί η ωριμότητα σε κάνει να κατανοείς καλύτερα αυτό που διαβάζεις για αυτό που είναι και όχι για ό,τι νομίζεις ότι είναι. Όταν επέστρεψα το 1987 και άρχισα να δουλεύω στην Εστία διάβασα τους σημαντικούς ζώντες πεζογράφους. Ένα άλλο βιβλίο που με έχει σημαδέψει είναι «Η Αυτοβιογραφία ενός Γιόγκι», άλλο κλασικό βιβλίο, το οποίο παλιότερα μου φαινόταν υπερβολικά μεταφυσικό. Μετά κατάλαβα ότι, όπως όλοι οι άνθρωποι, είμαι κι εγώ «μεταφυσική». «Ο κόσμος έχει υποδεχθεί το νέο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων της Εστίας με πολύ μεγάλη χαρά και εμπράκτως». Τι σχέδια έχετε για τη νέα χρονιά, τι ζητήσατε από τον Άη Βασίλη; Να είναι όλοι οι άνθρωποι –όχι μόνο οι δικοί μου– καλύτερα, να είμαστε αισιόδοξοι, να μην καταθέτουμε τα όπλα ό,τι και να μας συμβαίνει και να αντιμετωπίζουμε τα πράγματα με θετική διάθεση και δημιουργικότητα. Να ζούμε καλά και στις πιο δύσκολες εποχές. Δεν θα ξεχάσω ότι οι άνθρωποι στις εποχές της «ευμάρειας» κυκλοφορούσαν παντού με τα κινητά και μιλούσαν για λεφτά στο τηλέφωνο. Τώρα συμβαίνει το ίδιο, μόνο που μιλούν για την έλλειψή τους. Είναι κωμικοτραγική αυτή η αντιστροφή. Εσάς τι σας δίνει χαρά; Χαρά μου δίνει η… χαρά! Η φύση, ο χορός, να είναι οι δικοί μου καλά και να μπορώ να προσφέρω. Αυτό ίσως είναι το πιο σημαντικό για μένα, το να είμαι σε θέση να προσφέρω χωρίς ανταλλάγματα και προσδοκίες. «Χαρά μου δίνει η… χαρά! Η φύση, ο χορός, να είναι οι δικοί μου καλά και να μπορώ να προσφέρω. Αυτό ίσως είναι το πιο σημαντικό για μένα, το να είμαι σε θέση να προσφέρω χωρίς ανταλλάγματα και προσδοκίες». Τα τελευταία χρόνια ασχολείστε επαγγελματικά με τη γιόγκα… Επαγγελματικά δεν θα το έλεγα, γιατί στη Σατυανάντα Γιόγκα, που είναι μια πολύ σοβαρή ινδική παράδοση, οι δάσκαλοι στα κέντρα είμαστε όλοι εθελοντές, οπότε δεν μπορώ να το πω επάγγελμα. Είμαι πάρα πολλά χρόνια μαθήτρια της γιόγκα και παραμένω μαθήτρια. Κάποια στιγμή λοιπόν, αισθάνθηκα ότι έχω πάρει πάρα πολλά πράγματα και ότι είναι ώρα να δώσω κι εγώ με τη σειρά μου. Η διδασκαλία είναι αλήθεια ότι όταν περάσει ο καιρός του πρώτου τρακ δίνει μια πολύ μεγάλη αίσθηση προσφοράς, και επομένως χαράς. Ως δασκάλα και ως μαθήτρια, κι εγώ και όλοι μας, αλλιώς μπαίνουμε και αλλιώς βγαίνουμε από τις τάξεις. Είναι κάτι το μαγικό. Να πούμε εδώ ότι στο βιβλιοπωλείο μας, εκτός από τις εκδόσεις της Εστίας, θα φιλοξενήσουμε και τον εκδοτικό οίκο Garuda που εκδίδει βιβλία για τη γιόγκα. Δραστηριοποιούμαι και στις Εκδόσεις Garuda, ως επιμελήτρια κειμένων. Ποιο είναι το αγαπημένο σας ταξίδι; Αγαπημένο ταξίδι, αγαπημένος προορισμός είναι, φυσικά, η Ινδία. Στα βάθη της βορειοδυτικής Ινδίας, εκεί που είναι το κέντρο της διδασκαλίας και της προσφοράς, γιατί η διδασκαλία της γιόγκα είναι ακριβώς αυτό, προσφορά. Γενικά αγαπώ πάρα πολύ τα ταξίδια. Η Γαλλία και η Ιταλία (που τη γνωρίζω λίγο) είναι για μένα σαν δεύτερες πατρίδες. Ιδιαίτερα αγάπησα, από τις πόλεις που επισκέφθηκα, το Κάιρο, την Ιερουσαλήμ, και, πριν από όλες, την Πόλη. Μου αρκεί όμως –και με το παραπάνω– το Αιγαίο και τα νησιά του.
Το νέο βιβλιοπωλείο της Εστίας βρίσκεται Διδότου και Δελφών γωνία στο Κολωνάκι.

Η Άρια της Αθήνας και του Πολέμου, του Δημήτρη Στεφανάκη

Η Άρια της Αθήνας και του Πολέμου, του Δημήτρη Στεφανάκη

Πηγή: http://www.literature.gr
Στην Ελλάδα του Μεταξά αγνοείται ο λόρδος Τζόναθαν Λόριμερ, ένας επιφανής Βρετανός αρχαιολόγος. Ο νεαρός Έλληνας διπλωμάτης Στέφανος Μαυροειδής επιστρέφει από το Λονδίνο επιφορτισμένος, εκτός των άλλων, να βοηθήσει στην ανεύρεσή του.  Για το λόγο αυτό συνοδεύει τον Κρίστοφερ Άλμπι, συνάδελφο και φίλο του αγνοουμένου.  Ο Στέφανος είναι γόνος παλιάς αριστοκρατικής οικογένειας από τη Σμύρνη. Εγκαθίσταται ξανά στην οικογενειακή έπαυλη, στην περιοχή του Μουσείου όπου ζει με την μητέρα του.
Στην καθημερινότητά του ακολουθεί τη συνήθη διαδρομή προς το Υπουργείο Εξωτερικών κι από εκεί ανεβαίνει συχνά πυκνά μέχρι την Βρετανική Αρχαιολογική Σχολή στο Κολωνάκι. Στο μεταξύ έχει ξεσπάσει ο πόλεμος στην Ευρώπη και στην Αθήνα εντείνονται τα παιγνίδια κατασκοπίας και διπλωματίας ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις της εποχής, Υπάρχουν φήμες πως ακόμα και ο αγνοούμενος έπεσε θύμα απαγωγής από τους Γερμανούς. Ο άφαντος Τζόναθαν στοιχειώνει σιγά-σιγά τη ζωή του Στέφανου. Ο αγαπημένος του θείος Έκτορας,  που έχει πεθάνει λίγα χρόνια νωρίτερα, αποδεικνύεται πως συνεργαζόταν στενά μαζί του. Ο ίδιος ο Στέφανος γνωρίζει και ερωτεύεται την πρώην ερωμένη του λόρδου Λόριμερ,  την αγγλογαλλίδα αρχαιολόγο Ρόζμαρι Λεμπλάν και αφήνεται να ζήσει μαζί της τους τελευταίους μήνες ειρήνης και αμεριμνησίας. Το καλοκαίρι του 39 θα την ακολουθήσει έως τις Μυκήνες και θα δει από κοντά τις περίφημες ανασκαφές υπό τον καθηγητή Άλαν Γουέις.
Αλλά και η σχέση του με τον Κρίστοφερ Άλμπι,  τον Κρις,  εξελίσσεται σε πραγματική φιλία, σε μια Αθήνα που φαντάζει γερμανόφιλη και εχθρική για αυτόν.
Όταν οι Γερμανοί θα εισβάλουν στην Ελλάδα, οι τρεις τους θα διαφύγουν στη Μέση Ανατολή. Στο Κάιρο, πρωτεύουσα μιας βρετανοκρατούμενης Αιγύπτου ο Στέφανος θα ανακαλύψει ένα θερμοκήπιο ειρήνης αλλά κι ένα νοσηρό πολιτικό τοπίο με τα θλιβερά απομεινάρια της παλιάς Ελλάδας να συνωμοτούν επικίνδυνα για την πανηγυρική επιστροφή τους στην πατρίδα μετά τον πόλεμο. Ο έρωτάς του για την Ρόζμαρι μοιάζει το μόνο σταθερό σημείο. Για χάρη της θα αποδεχθεί μια μυστική αποστολή στην κατεχόμενη Ελλάδα με σκοπό την προστασία των μυκηναϊκών αρχαιοτήτων που η επανεμφάνιση του αγνοουμένου Τζόναθαν φαίνεται να βάζει σε κίνδυνο…
Μια ιστορία που μιλά για την ερωτευμένη αλλά και ασυμβίβαστη πολιτική συνείδηση ενός ανθρώπου που έζησε με το δικό του ξεχωριστό τρόπο τα ταραγμένα χρόνια 1939-1944. Μια μυθιστορηματική σπουδή για την καθημερινότητα των ανθρώπων που έζησαν στη σκιά των πιο συγκλονιστικών γεγονότων του εικοστού αιώνα.
Επιμέλεια: Εύη Παπαδοπούλου-Χρυσικοπούλου
ΠΗΓΕΣ:
George Reid- Museum of London, Google free photos-Αθήνα 1930, Syntagma 1948-Meg.Bretania-LIFE, Αποθήκη ευρημάτων της Πύλου, 1960, ASCSA, Robert McCabe, the Belle Helene Hotel, Mycenae, 1955, Google free photos Alexandria 1930 , GramdhotelEgypt, photographium,  Προσωπικό αρχείο συγγραφέως

Στέλιος Μπακλαβάς: Όνειρα Οικεία..



Στέλιος Μπακλαβάς: Όνειρα Οικεία..

Πηγή: http://theartnoise.blogspot.gr/




της Βασιλίκας Σαριλάκη

Τί θα συνέβαινε αν αλχημίζαμε το βλέμμα ενός ζωγράφου με το ίδιο το έργο του; Ποιό θα ήταν το προϊόν αυτής της διήθησης; Θα παρήγαγε ένα νέο, διαφορετικό ονείρεμα, ένα νέο έργο μήπως που θα μας ταξίδευε στον βυθό της δημιουργίας του κάθε ζωγράφου; Αυτό φαίνεται ναναι το στοίχημα που έβαλε ο εικαστικός φωτογράφος Στέλιος Μπακλαβάς στην έκθεση “Όνειρα Οικεία” που πρόσφατα παρουσιάστηκε στην αίθουσα τέχνης του Δημαρχείου Περιστερίου..Όπως αναφέρει ο ίδιος “Το φωτογραφικό στιγμιαίο γεγονός - το πορτραίτο - σπάει τα δεσμά του απόλυτα στιγμιαίου και διαχέεται μέσα στην μεγαλύτερης χρονικής διάρκειας πραγμάτωση του ζωγραφικού έργου πετυχαίνοντας ένα ιδιόμορφο "πάντρεμα" της "Χρονικής Απόστασης", ανάμεσα στην ζωγραφική και την φωτογραφία....” Μιλήσαμε μαζί του για το ιδιόμορφο πείραμα αλλά και τις σχέσεις φωτογραφίας- ζωγραφικής εν γένει..

` Art Noise : Πότε και πως ξεκίνησε η ιδέα σου να φτιάξεις κάποιες προσωπογραφίες καλλιτεχνών στις οποίες να απεικονίζεται ταυτόχρονα και κάποιο έργο τους;

Στ. Μπ. Η ιδέα αυτή ήταν η φυσική συνέχεια της προηγούμενης εκθεσιακής μου ενότητας με τίτλο "Όνειρα στον ερειπωμένο μας ύπνο" (ο στίχος ανήκει στον ποιητή μας Νίκο Καρούζο).. Εκεί " πάντρευα " τα έργα ζωγραφικής με τον κόσμο που παρακολουθούσε τα ζωγραφικά έργα.. Ένωνα δηλαδή τις μορφές ενός έργου με τις φόρμες του κόσμου που παρακολουθούσε την έκθεση. Η ενότητα με τις προσωπογραφίες ξεκίνησε το 1997 και ολοκληρώθηκε το 2001. Από το σύνολο 100-120 πορτραίτων έδειξα τα 44 τον Φλεβάρη του 2002 στην Γκαλερί "Νήσο" στου Ψυρρή στην Αθήνα.

Art Noise : Ποια διαδικασία ακολούθησες για να φτάσεις σε αυτήν την εικόνα των προσωπογραφιών που βλέπουμε;



Στ. Μπ. Η διαδικασία που ακολούθησα για την δημιουργία των προσωπογραφιών ήταν απλή. Παρακολουθούσα εκθέσεις 4-5 μέρες κάθε εβδομάδα -και πολλές φορές πήγαινα σε 2-3 εκθέσεις κάθε μέρα, για 5 χρόνια.. Όταν η θεματική που έβλεπα ήταν αυτή που με έκανε να αγγίξω την φωτογραφική μου μηχανή πραγματοποιούσα τότε το πορτραίτο του δημιουργού / ζωγράφου.
Μετά, αφού έβλεπα την έκθεση 2-3 φορές διάλεγα 1-2 έργα όπου τοποθετούσα τον ζωγράφο για να τον φωτογραφίσω, έχοντας στην δικαιοδοσία μου να κάνω ΜΟΝΟ 2 διπλές λήψεις για το πορτραίτο. Δεν υπάρχει καμιά μορφή τεχνικής επεξεργασίας για το αποτέλεσμα και ότι βλέπουμε είναι στο φωτογραφικό φιλμ (που με αυτό δουλεύω ακόμη) και με Full Frame τύπωμα.



Art Noise : Αυτό που προσπάθησες να κάνεις ήταν να διηθήσεις το βλέμμα του ζωγράφου με το βλέμμα-έκφραση του έργου του;

Στ. Μπ. Αυτό που προσπάθησα ήταν όντως να διηθήσω στο βλέμμα του ζωγράφου την εκφραστική δυναμική του έργου του έτσι ώστε το καινούργιο έργο που δημιουργούσα να έχει ένα τρίπτυχο δυναμικής (διαλεχτική σχέση θα έλεγα με θέση – αντίθεση + καινούργιο ) το οποίο θα στήριζε με επιτυχία την γέννηση του καινούργιου... Ένα έργο ζωγραφικής / ενέργεια του ζωγράφου που εκφράζει μια συγκεκριμένη εικαστική κατάσταση - χρονική στιγμή του ίδιου / και η παραγωγή του νέου έργου με την μεσολάβηση της δικής μου ενέργειας/...που με την βοήθεια από τα "ουράνια τάγματα Αγγέλων” ( Άμλετ ) του στιγμιαίου αλλά και της αλήθειας της ψυχής, να υπάρξει ένα αποτέλεσμα όπως είναι π χ στην προσωπογραφία του Γ. Μαυροιδή.. Ζωντανό, αληθινό, νέο, τρυφερό, ερωτικό και γιομάτο με το δάκρυ της καθαρότητας / διαφάνειας της ψυχής που προσφέρει η τέχνη στον κόσμο γύρω μας...



Art Noise : Πιστεύεις ότι η τεχνική στην "διατύπωση" μιας φωτογραφίας παίζει μεγαλύτερο ρόλο από ότι στην δημιουργία ενός ζωγραφικού έργου;

Στ. Μπ. Η τεχνική δεν παίζει κανέναν ρόλο για μένα...ο φωτογράφος έχει την φωτογραφική μηχανή και το φιλμ του, ο ζωγράφος τα πινέλα του, το καβαλέτο και τα χρώματά του. ο γλύπτης το μάρμαρο του ή τον πηλό του κι επίσης έχουμε τις κατασκευές... έργα που είναι μια σύνθεση από τέχνες...π. χ ένα έργο του Δ. Αληθεινού ή του Κουνέλη... Η “διατύπωση" είναι λοιπόν η ψυχική διάθεση και η ανάγκη για επικοινωνία με την βαθύτερη ύπαρξη μας....Τους δημιουργούς μας ενώνουν πράγματα στην τέχνη και δεν μας χωρίζουν, έτσι θαρρώ ότι πρέπει να αντιλαμβανόμαστε τα διαφορετικά "μέσα" έκφρασης" που διαθέτουμε στα χέρια μας...

Art Noise : Σήμερα που ο σημαντικότερος ζωγράφος στον κόσμο θεωρείται ο Gerhard Richter ο οποίος στηρίζει την ζωγραφική του σχεδόν αποκλειστικά στην φωτογραφική προσέγγιση, πιστεύεις ότι ο ρόλος της φωτογραφίας έχει αναβαθμιστεί;

Στ. Μπ. Ο Gerhard Richter όντως είναι σημαντικός ζωγράφος και η εργασία του είναι υπέροχη και μοναδική ( και ω τί σύμπτωση ..κυκλοφορεί τώρα ένα βιβλίο του που ονομάζεται December κι έχει μέσα 39 φωτογραφίες σαν ιστορίες ημερολογίου..). Επειδή το ζωγραφικό του έργο στηρίζεται στην φωτογραφία δεν νομίζω ότι αναβαθμίζει την φωτογραφία περισσότερο ή λιγότερο από αυτό που ήδη προσφέρει στην τέχνη σήμερα.
Από την αρχή της εμφάνισης της φωτογραφίας στην ιστορία της τέχνης πρόσφερε τη μοναδική και υπέροχη δυνατότητα στην ζωγραφική να βυθιστεί μέσα στα καινούργια νερά της δημιουργίας μακριά και έξω από την κλασσική αναπαράσταση και να δώσει αυτό το μεγαλείο που μας προσφέρει σήμερα. Ακόμη και τα φωτορεαλιστικά ζωγραφικά έργα είναι δομημένα με μια ελευθερία που δεν υπήρχε πριν. Η φωτογραφία έχει πολύ δρόμο ακόμη να κάνει συγκριτικά με την ζωγραφική που υπάρχει από τα πρώτα βήματα -σχεδόν- της ανθρώπινης δημιουργίας... αλλά αυτό δεν ακυρώνει το πάθος της φωτογραφικής δημιουργικής διέγερσης που προσφέρει διπλά σ' όλες τις άλλες μορφές τέχνης.

Art Noise : Για σένα τι συνιστά μια ενδιαφέρουσα φωτογραφία; Η ρεαλιστική απεικόνιση η' η φαντασιωτική διάσταση; Η απλή, καθαρή φόρμα ή η θεατρικότητα; Το ρεπορτάζ ή η αισθητική προσέγγιση;

Στ. Μπ. Απλή και δύσκολη ταυτόχρονα η απάντηση στην ερώτηση. Όπως ακριβώς είναι και η χρήση της φωτογραφικής μηχανής. Πολύ εύκολη η διαδικασία παραγωγής μιας εικόνας αλλά δύσκολη η σύνδεση της με κάτι που σε πάει πιο πάνω από την απλή αναπαράσταση. . Όλα αυτά που είπες με ενδιαφέρουν κι όπως έλεγε ο Paul Klee "Η τέχνη δεν αναπαράγει το ορατό. Κάνει τα πράγματα ορατά."

Σημασία έχει η συγκίνηση, η χαρά και η ευκαιρία για σκέψη μέσα από την παραγωγή / σύνθεση μιας φωτογραφίας. Την συνιστά ενδιαφέρουσα όταν πετυχαίνει την ανατριχίλα που νοιώθεις, όπως όταν, βλέπεις το "Φιλί" (1886) του Rodin που έχει αυτή τη μεγαλειώδη πλαστικότητα και όπως ο "Σκεπτόμενος" (1880) που βγάζει ολόκληρη την συγκέντρωση του Νου έξω από το άγαλμα και καθώς επίσης όταν αισθάνεσαι να είσαι μέρος μιας φόρμας σ' ένα από τα γυμνά του φωτογράφου Frantisek Dritkol...





Art Noise : Δείχνεις να ενδιαφέρεσαι για τις ονειρικές εικόνες στην φωτογραφία..H φωτογραφία για σένα είναι ένας άυλος πλασματικός χώρος που μας ταξιδεύει σ' ένα ζωντανό όνειρο όπως έλεγε ο Borges;

Στ. Μπ. Υπέροχο αυτό που έλεγε ο Borges...σ ευχαριστώ για την πάσα που μου κάνεις κι ας προσπαθήσω να γίνω ο πολύχρωμος παπαγάλος που έλεγε ο ίδιος και όχι η άσχημη νυχτερίδα...Θα απαντήσω με κινηματογράφο μιας και ήταν ο λόγος που έγινα...φωτογράφος. "Τα Όνειρα" του Kurosawa, οδήγησαν την "Η Ωραία της Ημέρας" του Bunuel να επιβιβαστεί στον "Μέγα Ανατολικό" του Εμπειρίκου και να αρχίσει η "Μεταμόρφωση" της του Kafka, κρατώντας στο χέρι της σαν ευαγγέλιο το κομμένο αυτί του Vincent Van Gogh μέσα στα "Ηλιοτρόπια" του, ακούγοντας την "Ιεροτελεστία της Άνοιξης" του Igor Stravinsky...


"Η κοιμωμένη" του Χαλεπά φορά την "Φυσιγγιοθήκη" του Δ. Αληθεινού και αναζητά τα "Φτερά του Έρωτα" του Wim Wenders που βρίσκουν ξεκούραση στο δέντρο που ποτίζει ο πιτσιρικάς στην "Θυσία" του Andrei Tarkovsky και που μας μεταφέρει την ενεργειακή αύρα του Gustav Klimt,του Egon Schiele, της Frida Kahlo, του Lucian Freud που μαζί με την Isadora Duncan κατεβαίνουν χορεύοντας τα σκαλοπάτια της Οδησσού από το "Θωρηκτό Ποτέμκιν" του Sergei Eisenstein για να απολαύσουν την "Καταγωγή του Κόσμου" του Gustave Courbet να γεννά την ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ...

Υ.Σ/ Η ωραία της ημέρας = Η τέχνη

  Art Noise : Ωραίο όνειρο.. Ευχαριστώ

Ο Στέλιος Μπακλαβάς γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε Φωτογραφία στη Σχολή Σταυράκου. Ζει και εργάζεται ως φωτογράφος στην Αθήνα. Είναι μέλος του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος και του Οργανισμού Συλλογικής Διαχείρισης και Προστασίας Πνευματικών Δικαιωμάτων Φωτογράφων. Έχει πραγματοποιήσει 13 ατομικές εκθέσεις και έχει λάβει μέρος σε 38 ομαδικές εκθέσεις σε Ελλάδα και εξωτερικό.

www.art-sbaklavas.gr, steliosbaklavas@gmail.com

Δευτέρα, 13 Ιανουαρίου 2014

Συνεντεύξεις της Ελένης Γκίκα

Γ. Γραμματικάκης: «Η Ελλάδα μοιάζει με παλιό ρολόι που οι δείκτες του έχουν σταματήσει»


Πηγή: www. ethnos.gr
Συνεντεύξεις
της Ελένης Γκίκα


«Λέω, λοιπόν, στους φίλους μου ότι δύο πράγματα δεν θα καταλάβω ποτέ: Την Ελλάδα και τις γυναίκες. Ισως γιατί και τα δύο με υπερβαίνουν», υποστηρίζει χαριτολογώντας ο φυσικός και αστροφυσικός, καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης, Γιώργος Γραμματικάκης, επιμένοντας στα βασικά ότι «συμπόρευση της Επιστήμης με την Τέχνη είναι ένα αίτημα της εποχής».


Και μιλά για όλα στο «Εθνος της Κυριακής»: για τον Χρόνο, για την πατρίδα και την απόσταση απ' αυτήν, για τη δική του ζωή. Για την επιστήμη και για τον άνθρωπο, για τον «Αστρολάβο του ουρανού και της ζωής» και για την «Κόμη της Βερενίκης».

Για τον Θεό, για τα μεγάλα, ενδεχομένως, άλυτα αινίγματα της ζωής και για τη μελαγχολία της γιορτής. Και εύχεται «το ρολόι [της χώρας μας και της δικής μας ζωής] να αρχίσει πάλι κάποια στιγμή να λειτουργεί κανονικά, και να χτυπά τις ώρες με ήχο υπερήφανο και ευγενικό».

Αθήνα, Λονδίνο, Γενεύη, Αμερική... πώς είναι επιστρέφοντας στην πατρίδα, κύριε Γραμματικάκη; Η Κρήτη γίνεται αλλιώς επιστρέφοντας, εφόσον πρώτα έχεις φύγει μακριά απ' αυτήν;

Η πατρίδα είναι πάντοτε διαφορετική, όταν τη βλέπεις από απόσταση. Οι χάρες και οι αδυναμίες της είναι τότε ευκολότερα ορατές. Την αλήθεια αυτή γνώρισαν πολύ σπουδαιότεροι από εμένα Ελληνες: Ο Καζαντζάκης και ο Δημήτης Μητρόπουλος, ο Καστοριάδης και η Μαρία Κάλλας, ο Ιάννης Ξενάκης και ο Κάλβος, τόσοι άλλοι σήμερα. Εκεί πάντως, στις ξένες χώρες, άρχισε και η δική μου έγνοια να καταλάβω καλύτερα την Ελλάδα. Φοβούμαι ωστόσο ότι τελευταία βρίσκομαι στο σημείο που ξεκίνησα. Τόσο κοντά είναι στον τόπο μας το μεγαλείο με την ευτέλεια, η ανάταση με την καταστροφή. Λέω λοιπόν στους φίλους μου ότι δύο πράγματα δεν θα καταλάβω ποτέ: Την Ελλάδα και τις γυναίκες. Ισως γιατί και τα δύο με υπερβαίνουν.

Φυσικός και αστροφυσικός και συνάμα κατά καιρούς: πρόεδρος του Μουσείου Νίκου Καζαντζάκη, αντιπρόεδρος στο ΔΣ της Λυρικής, συγγραφέας, αρθρογράφος σε έντυπα. Μήπως οι Επιστήμες και οι Τέχνες από κοινού αποτελούν την καινούργια μορφή Τέχνης;

Δεν ξέρω αν αποτελούν μια καινούργια μορφή Τέχνης. Για μένα όμως είναι μια αδήριτη ανάγκη. Ενιωσα από πολύ νωρίς ότι δεν μπορούσα να περικλεισθώ στα επιστημονικά μου μόνον τείχη. Μου στερούσαν τη θέαση του Ολου. Νομίζω μάλιστα ότι συμπόρευση της Επιστήμης με την Τέχνη είναι ένα αίτημα της εποχής. Μόνο μια λειψή παιδεία, όπως τη ζούμε σήμερα στα σχολεία ή τα πανεπιστήμια, επιμένει στον διαχωρισμό τους. Είναι μια αλήθεια που ήξεραν οι αρχαίοι Ελληνες και πρέπει να ανακαλύψουν από την αρχή οι νέοι.

Γι' αυτό, άλλωστε, η προσπάθειά μου τα τελευταία χρόνια είναι να συνδυασθεί ο επιστημονικός λόγος με κάποια μορφή Τέχνης: τη μουσική, την ποίηση, τη θεατρική ή την κινηματογραφική εικόνα. Από τις αντιδράσεις του κοινού έχω την αίσθηση ότι αυτή η «σύμπλευση» γοητεύει και διδάσκει.

Η Επιστήμη ή η Τέχνη βρίσκεται όμως πιο κοντά στον άνθρωπο;

Σε αντίθεση με την Τέχνη, η Επιστήμη δείχνει να αδιαφορεί για τον άνθρωπο. Στο βάθος, όμως, στα δικά του ερωτήματα προσπαθεί να απαντήσει, τη δική του ζωή ίσως να βελτιώσει. Στις μεγάλες της μάλιστα στιγμές η επιστήμη αποκαλύπτει έναν κόσμο θαυμαστό, πέραν από το αισθητό και την εμπειρία· που, ως προς τη μυστική ομορφιά ή την αισθητική του, προσεγγίζει συχνά την Τέχνη. Οπως ετόνισα λοιπόν και πριν, ο διαχωρισμός είναι εν πολλοίς τεχνητός. Τόσο η επιστήμη όσο και η τέχνη, αποτελούν δημιουργήματα του ανθρώπινου μυαλού.

Τι έχει να μας πει σήμερα «Ενας αστρολάβος του ουρανού και της ζωής»; Ο αστρολάβος οδηγούσε τους ναυτικούς, ο δικός σας γεννήθηκε μέσα στην κρίση, ο χρόνος και τα γεγονότα σήμερα διαστέλλονται για εμάς τους κοινούς θνητούς, θα μπορούσαμε κάτι να είχαμε προβλέψει;

Οπως συμβαίνει με όλα τα βιβλία, ο «Αστρολάβος» έχει διαφορετικά πράγματα να πει στον κάθε αναγνώστη του. Εξαρτάται από τις εμπειρίες ή διαβάσματα του ίδιου του αναγνώστη, αλλά και από τις ιδιαίτερες ευαισθησίες του. Σήμερα βέβαια υπάρχει μια κοινή καταβολή, ένας κοινός ιστός που τυλίγει όλους. Είναι η λεγόμενη «κρίση», που διαλύει το παρόν και θολώνει το μέλλον. Οπως ωστόσο αποδεικνύει στις σελίδες του ο «Αστρολάβος», ξέραμε για τα ρυάκια: Οτι η παιδεία μας έπασχε, ότι μια επιφανειακή ευμάρεια έκρυβε ανομίες και κυνισμό, ότι το πολιτικό μας σύστημα ήταν διάτρητο. Καθώς λοιπόν τα ρυάκια γέμιζαν διαρκώς πέτρες και σκουπίδια, το ποτάμι που κατέληγαν φούσκωσε κάποια στιγμή, και ήδη πνίγει χωριά και ανθρώπους. Τώρα φαίνεται δύσκολο να αναστρέψομε τη ροή του. Ας αρχίσομε τουλάχιστον να καθαρίζομε τα ρυάκια.

Ενα μικρό ρυάκι ήταν νομίζω και οι περίφημες «Αναμονές» στις οικοδομές, που έδωσαν τον τίτλο και σε ένα κείμενο του βιβλίου σας. Υπήρξε πράγματι η ελαστικότητα του νόμου μια κινητήρια δύναμη ανάπτυξης;

Η τάση περιφρόνησης του νόμου, όπως εκφράζεται και στις «αναμονές» των οικοδομών, υπήρξε πράγματι βασικό στοιχείο της εντυπωσιακής, αλλά και ιδιόμορφης ελληνικής «αναπτύξεως». Φοβούμαι, ωστόσο, ότι η γενικότερη πολεοδομική ασχήμια της χώρας υποδηλώνει κάτι οδυνηρότερο: Οτι τον τόπο μας, εμείς οι Ελληνες, δεν τον αγαπούμε. Δεν χάνομε βέβαια ευκαιρία να υμνούμε τις ομορφιές του, να εξαίρομε τη μοναδικότητα του. Οπως όμως τονίζω και στον «Αστρολάβο», η πραγματικότητα δείχνει μιαν άλλη αλήθεια, που πληγώνει: Οτι τον τόπο μας, εμείς οι Ελληνες, τον θεωρούμε τετραγωνικά προς εκμετάλλευση, δάση προς οικοπεδοποίηση, νησιά και ακρογιαλιές που έχουν ήδη παραδοθεί σε μια χυδαία «αξιοποίηση». Ετσι, παράλληλα με τις «αναμονές» των οικοδομών, υπάρχει πάντα και η Αναμονή για μιαν άλλη Ελλάδα, που θα σέβεται το περιβάλλον και τις πραγματικές ανάγκες της ψυχής μας.

Οπως φαίνεται και από τον «Αστρολάβο», είστε νομίζω ένας ενεργός πολίτης, που δεν διστάζει να εκφράσει με ειλικρίνεια την άποψή του για πολλές πλευρές της ελληνικής ζωής. Εκανε όμως αίσθηση ότι υπογράψατε τελευταία ένα καθαρά πολιτικό κείμενο, το λεγόμενο «κείμενο των 58», για την ανασυγκρότηση της Κεντροαριστεράς. Πώς το αποφασίσατε; Είστε αισιόδοξος;

Υπέγραψα το κείμενο από αγωνία για τα πολιτικά μας πράγματα και μια αίσθηση αδιεξόδου που εκπέμπουν. Ενα ομαδικό όμως κείμενο συνεπάγεται αμοιβαίους συμβιβασμούς, και συνεπώς η τελική μορφή του είχε ίσως κενά ή και αδυναμίες. Η ουσία του όμως παραμένει: Είναι μια πρόσκληση ενότητας και ανανέωσης στον κεντροαριστερό χώρο. Προσωπικά δεν θα εξαιρούσα από αυτήν ούτε κάποιες δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ. Με άλλα λόγια, είναι μια απόπειρα να ιδωθεί το ελληνικό μέλλον χωρίς τους φανατισμούς ή τις παρωπίδες του παρόντος.

Είναι πάντως γεγονός ότι η αποδοχή και η σημασία που δόθηκε στο κείμενο ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Ευπρόσδεκτη υπήρξε επίσης και η «πολιτική» κριτική που ασκήθηκε, η καλόπιστη, ενώ και μένα ενόχλησε η προσπάθεια καπηλείας της πρωτοβουλίας μας από παλαιές πολιτικές δυνάμεις. Δεν με εξέπληξε επίσης, «έτσι σοφός που έγινα, με τόση πείρα», το ότι σε ορισμένες από τις αντιδράσεις αναγνώριζες τα αρρωστημένα σύνδρομα της ελληνικής πραγματικότητας.

Οπως η ανακάλυψη προθέσεων και συνωμοσιών εκεί που δεν υπήρχαν ή και μια προσπάθεια απαξίωσης προσώπων που έχουν γόνιμη παρουσία στην ελληνική ζωή. Οι 58 πάντως -που θα μπορούσαν να είναι μόνον 37 ή και 581- ένα αναγκαίο σπόρο έριξαν. Από το χωράφι εξαρτάται αν φυτρώσουν δέντρα και καρποί ή θα υπερισχύσουν στο τέλος τα αγριόχορτα και η ξηρασία.

Για πολύ καιρό, ο «Αστρολάβος» βρέθηκε στους πίνακες των ευπώλητων βιβλίων - των best sellers, κατά τη γνωστή ορολογία. Το ίδιο, απ' όσο ξέρω, συνέβη και με τα προηγούμενα βιβλία σας, την «Κόμη της Βερενίκης» και την «Αυτοβιογραφία του Φωτός». Υπάρχει κάποια δική σας ερμηνεία γι' αυτό το φαινόμενο;

Νομίζω ότι η απάντηση πρέπει να δοθεί από τους ίδιους τους αναγνώστες, και όχι από εμένα. Εδώ θα αναφερθώ ενδεικτικά μόνον στον «Αστρολάβο», που είναι αλήθεια ότι επιχειρεί μια ιδιαίτερα φιλόδοξη διαδρομή: Ξεκινά από τα θαυμαστά του Σύμπαντος, διέρχεται από τα επιστημονικά επιτεύγματα της εποχής, και καταλήγει στον άνθρωπο, την Ελλάδα και τα σημερινά δεινά της. Προσπάθησα δηλαδή να συνθέσω έναν μεγάλο ζωγραφικό πίνακα, που ίχνη του υπήρχαν και σε παλαιότερα κείμενά μου. Δεν ξέρω όμως αν τους αναγνώστες συγκινούν τα χρώματα του πίνακα, οι μορφές που διαγράφονται, ή το «άλλο», το αδιόρατο, που διακρίνουν πολλοί στα γραπτά μου.

Είναι όμως αυτονόητο ότι νιώθω ευγνωμοσύνη για την αγάπη των αναγνωστών, και τα θερμά λόγια που συνοδεύουν τα βιβλία μου. Δεν τα συνδέω αναγκαστικά με την εμφάνισή τους στους πίνακες των «ευπώλητων». Εχω ο ίδιος διαβάσει κατά καιρούς σπουδαία βιβλία, που δεν ανήκαν καθόλου σε αυτήν την κατηγορία.

«Η αυτοβιογραφία του φωτός» θα μπορούσε να είναι παρηγορία στις μέρες μας;

Νομίζω ότι κάθε καλό βιβλίο, είναι μια παρηγοριά στη ζοφερή πραγματικότητα που ζούμε. Αν λοιπόν, όπως έκριναν οι αναγνώστες του, η «Αυτοβιογραφία του Φωτός» είναι ένα καλό βιβλίο, τότε ισχύει η παρατήρησή σας. Το βιβλίο μου έχει άλλωστε μια σημαντική ιδιαιτερότητα: ότι μιλά για το φως, και τη μεγάλη σημασία που έχει στην επιστήμη, στην τέχνη, στη ζωή. Ενα φως νομίζω ότι αναζητούμε και σήμερα, που θα διαπεράσει τα σκοτάδια που μας περιβάλλουν.

Πιο κοντά στον Θεό; Υπάρχει ο Θεός για έναν αστροφυσικό;

Για έναν αστροφυσικό ή έναν βιολόγο ο Θεός υπάρχει τόσο κοντά ή τόσο μακριά όσο και για έναν απλό πολίτη. Η επιστήμη δεν θα αποδείξει ποτέ την ύπαρξη του Θεού. Ούτε, βέβαια -παρά τα όσα λέγονται και γράφονται- την ανυπαρξία του. Η πραγματική πίστη έχει μια υπερβατική διάσταση. Εναπόκειται λοιπόν στον κάθε άνθρωπο, στις εμπειρίες ή στον ψυχισμό του, να τη δεχθεί ή να την απορρίψει.

Είναι όμως γεγονός ότι όταν η πίστη γίνεται κοσμική θρησκεία και αποκτά εξουσίες, οδηγεί τον άνθρωπο στον φανατισμό και σε βαρβαρότητες. Αρκεί να θυμηθεί κανείς την ισοπέδωση και τα χιλιάδες θύματα των πύργων της Νέας Υόρκης ή την Ιερά Εξέταση του Μεσαίωνα. Αποτελεί λοιπόν χρέος της επιστήμης, που είναι μια γνήσια έκφραση του διαφωτισμού, να αποκαλύπτει τον ρόλο της θρησκείας και τις ιδιοτελείς της συχνά επιδιώξεις.

Το... πνεύμα των εορτών
Η μελαγχολία, η μοναξιά και τα χαμόγελα στους δρόμους

Τα αινίγματα του ανθρώπου και της ζωής θα εξηγηθούν κάποτε;

Αμφιβάλλω. Ανήκω στη μειοψηφία των επιστημόνων, που ισχυρίζονται ότι τα «αινίγματα», στην ερμηνεία του κόσμου ή της ζωής, δεν θα παύσουν ποτέ να υπάρχουν. Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η αναζήτηση της «Ενιαίας Θεωρίας», που θα περικλείει σε λίγες μόνον εξισώσεις όλα τα φαινόμενα του Σύμπαντος -το μυαλό του Θεού, όπως την απεκάλεσε ο Hawking. Ενώ όμως η αναζήτηση αυτή έκανε άλματα τις τελευταίες δεκαετίες, η τελική μορφή της θεωρίας βρίσκεται ακόμα μακριά. Ισως να είναι μάλιστα και απρόσιτη. Στη διαδρομή λοιπόν του χρόνου πολλά από τα μεγάλα ερωτήματα της επιστήμης απαντήθηκαν, αναδύονται όμως διαρκώς καινούργια. Είναι ευτύχημα.

Τις ημέρες αυτές των εορτών κυριαρχεί η ανθρώπινη διάσταση του χρόνου. Μελαγχολείτε;

Η μελαγχολία κατατάσσεται σε δύο συνήθως κατηγορίες. Οταν ξέρεις την αιτία και όταν η αιτία της είναι υπόγεια, αδιευκρίνιστη. Στις γιορτές καταφέρνω να συνδυάζω και τις δύο. Δεν λείπουν άλλωστε οι συγκεκριμένες αιτίες. Οπως είναι οι διακοσμητικές εμπνεύσεις των δημάρχων, η δυστυχία του διπλανού κι ακόμα το αίσθημα της μοναξιάς μέσα στο εορταστικό πλήθος. Από την άλλη, μου αρέσουν τα χαμόγελα στους δρόμους και η ψευδαίσθηση ότι έρχεται κάτι καινούργιο και φωτεινό.

Τι είναι, λοιπόν, ο χρόνος για έναν αστροφυσικό;

Σύμφωνα με τον Νεύτωνα, «υπάρχει χρόνος απόλυτος, αληθινός, ορισμένος μαθηματικά, που κυλάει ομοιόμορφα χωρίς να επηρεάζεται από τίποτε έξω από αυτόν». Είναι μια ωραία, ακριβής περιγραφή του χρόνου και της ροής του, όπως την αισθάνεται ο άνθρωπος, και όπως υπήρξε για πολλούς αιώνες και μια ισχυρή πεποίθηση της επιστήμης.

Την καθησυχαστική αυτή εικόνα ανέτρεψε ο Αϊνστάιν. Απέδειξε ότι ο χρόνος δεν είναι απόλυτος, αλλά ουσιαστικά η τέταρτη διάσταση του χώρου. Αυτό σημαίνει ότι κυλά πιο αργά ή πιο γρήγορα, ανάλογα με την ταχύτητά μας. Οι επιβάτες των αεροπλάνων, για παράδειγμα, που τις ημέρες των εορτών αναζητούν εναγωνίως τη χαρά σε εξωτικούς προορισμούς, γερνούν λιγότερο -τι αδικία κι αυτή!- από τους πολλούς, που η κρίση υποχρεώνει να παραμείνουν στις πόλεις και στα ελληνικά χωριά. Ευτυχώς, η διαφορά είναι απειροελάχιστη.

Ενα νέο έτος βρίσκεται ήδη επί θύραις. Τι εύχεστε, λοιπόν;

Μια που μιλάμε για τον χρόνο, η Ελλάδα μοιάζει καιρό τώρα με ένα παλιό, αγαπημένο ρολόι, που οι δείκτες του έχουν σταματήσει. Δείχνουν πάντοτε την ίδια ώρα: Δώδεκα παρά πέντε. Μόνο οι λεπτοδείκτες του κινούνται: Είναι οι άνθρωποι και η αγωνία τους. Εύχομαι το ρολόι να αρχίσει πάλι κάποια στιγμή να λειτουργεί κανονικά και να χτυπά τις ώρες με ήχο υπερήφανο και ευγενικό.

ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ
elgika@pegasus.gr

«Το ταξίδι μιας ευχής»



Νότα Τσίτουρα: Όλα αρχίζουν με ευχές

«Το ταξίδι μιας ευχής», είναι ο τίτλος της νέας έκθεσης της Νότας Τσίτουρα που εγκαινιάστηκε στις 9 Ιανουαρίου στη Γκαλερί 7 και περιλαμβάνει 12 γλυπτά , κατασκευές και σχέδια. Η ιδιαίτερη, ευαίσθητη και πάντα δημιουργική καλλιτέχνις αναδεικνύει την αξία της «ευχής» που συχνά ως έννοια ομογενοποιείται σε έναν σωρό τυπικών λέξεων που χρησιμοποιούμε μηχανικά στην καθημερινότητά μας.  Λίγες ημέρες μετά την έλευση της νέας χρονιάς, η Νότα Τσίτουρα απάντησε στις ερωτήσεις μας, με αφορμή την έκθεσή της, για το δύσβατο μεν αλλά γοητευτικό αυτό ταξίδι των ευχών προς την πραγματοποίησή τους!








Πηγή: www.culturenow.gr
Νότα Τσίτουρα: Όλα αρχίζουν με ευχές




Συνέντευξη: Μαριάννα Παπάκη

Culturenow.gr: Στις 9 Ιανουαρίου θα εγκαινιαστεί, στη Γκαλερί 7, η έκθεσή σας με τίτλο «Το ταξίδι μιας ευχής». Πείτε μας λίγα λόγια τόσο για τα έργα όσο και για τον τίτλο της έκθεσης.

Νότα Τσίτουρα: Τα συγκεκριμένα έργα ξεκίνησαν σαν αντίδραση, πριν 5 χρόνια, που τελείωνα την Σχολή Καλών Τεχνών και είχα μπροστά μου μια ρευστή κατάσταση. Είναι η πίστη μου στον άνθρωπο και τη δύναμη που έχει, να επεμβαίνει και να μεταμορφώνει τον μέσα και τον έξω κόσμο του. Το δικό μου νήμα που με βάζει και με βγάζει από τον λαβύρινθο μιας πραγματικότητας, που δεν μπορώ να την δεχτώ παθητικά.
Όσο για τον τίτλο, είναι μια επισήμανση στην αξία της ευχής. Όλα αρχίζουν με ευχές. Στην καθημερινότητα μας επικοινωνούμε μεταξύ μας με ευχές. Από την «καλημέρα» μέχρι τις ευχές που ανταλλάσουμε ακόμα για τον καινούργιο χρόνο. Πόσο συνειδητά προσφέρουμε κάτι από καρδιάς στο κοινό καλό που όλοι μοιραζόμαστε; Αφού η αξία δεν είναι στις λέξεις, αλλά στη διάθεση και την αγάπη που τις περιβάλλει, έκρυψα τις δικές μου ευχές κάτω από τα νήματα των έργων μου και τις αφήνω να συνοδέψουν το ταξίδι της ζωής μας.

Cul.N.: Η έμπνευση για τη συγκεκριμένη έκθεση πώς προέκυψε και πώς προκύπτει κάθε φορά; Πώς θα περιγράφατε τη δημιουργική διαδικασία από τη σύλληψη της ιδέας μέχρι το τελικό στήσιμο της έκθεσης;

N.T.: Ξεκινάει με την ανάγκη να εκφράσουμε κάτι έντονο και απροσδιόριστο που πιέζει να γίνει αντιληπτό στον αισθητό μας κόσμο. Αναζητούμε τότε το μέσο και το υλικό που συμπυκνώνει μέσα του την πορεία της ιδέας. Το υλικό παρεμβαίνει πλέον και αυτό πάνω σε ένα μέρος του έργου που αυτονομείται πέρα από την δική μας θέληση, παραμένοντας απροσέγγιστο και μυστήριο. Έτσι το βίωσα, σαν την ανάγκη μιας εσωτερικής βουτιάς, προκειμένου να βρω την άκρη του νήματος και να ξετυλίξω ένα καινούργιο κουβάρι νοημάτων για την ζωή μας πέρα από όσα είχα κατανοήσει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Είναι διαδικασία που χρειάζεται χρόνο, για έρευνα, συγκέντρωση και ηρεμία. Όλο αυτό το διάστημα μοιάζει ν’ αναδύεται μπροστά σου ένας καινούργιος ορίζοντας, που δύσκολα μπορείς να τον περιγράψεις .

Cul.N.: Τα έργα της έκθεσης, πώς θα τα χαρακτηρίζατε; Ποια υλικά προτιμάτε στις δουλειές σας και για ποιους λόγους;

N.T.: Είναι δύσκολο να τα κλείσω σε λέξεις και να τα χαρακτηρίσω ως γλυπτά ή συνθέσεις, ή φόρμες . Θα έλεγα πως μοιάζουν με ενέργειες που πίεζαν να πάρουν μορφή. Εγώ τις διευκόλυνα ανοίγοντας τους δρόμο με τα χέρια μου. Τους έδωσα και ένα συμβολικό όνομα για να είναι καλύτερα κατανοητές.
Τα υλικά είναι όσο το δυνατό φυσικά, για να μην επιβαρύνουν οι επιλογές μου αυτό που σέβομαι και το θεωρώ σημαντικότερο από εμένα, τη φύση. Ξεχωρίζω το νήμα και το σύρμα γιατί δίνουν αέρινες , ανάλαφρες φόρμες και διάτρητες που παίζουν με το φως. Είναι και οι μνήμες με τη γιαγιά μου και τον αργαλειό της, ένας λόγος που λατρεύω το νήμα. Αλλά και η φροντίδα των μύθων, ν’ ανακαλύπτουμε μέσα από αυτούς, τους αλλεπάλληλους κόσμους της ζωής μας. Το νήμα της Αριάδνης είναι η υπόδειξη του τρόπου που μπορεί να μπαίνει και να βγαίνει κανείς από το δικό του εσωτερικό λαβύρινθο, στο λαβύρινθο μιας πραγματικότητας, κινούμενος προσεχτικά από το νου προς την καρδιά του και αντίστροφα . Από τη νευροφυσιολογία του εγκεφάλου μέχρι και την αστροφυσική, από το μέρος μέχρι το όλον, χρησιμοποιείτε η λέξη « νήμα».

Cul.N.: Γεννηθήκατε στο Σέκουλα δίπλα στον ποταμό Αλφειό. Είναι ο τόπος καταγωγής σημαντική επιρροή για έναν καλλιτέχνη; Εσάς πόσο σας έχουν επηρεάσει οι εικόνες του τόπου σας;

N.T.: Τα βιώματα των πρώτων παιδικών μας χρόνων συμβάλλουν σημαντικά στη διαμόρφωση του χαρακτήρα μας. Ο τόπο καταγωγής, με τις πρώτες προσλαμβάνουσες του ευρύτερου και του οικογενειακού περιβάλλοντος, καθορίζουν τη σύνδεση ή απώθησή μας από αυτόν. Μόνο που το καταλαβαίνουμε αργότερα, όταν ο ανήσυχος νους της εφηβείας καταλαγιάσει και επανειλημμένος κάποιες εικόνες του έρχονται και επανέρχονται στην μνήμη . Ο Αλφειός, το ποτάμι μου που πέρασα πολλές φορές τα νερά του μικρή, είναι η δυνατότερη εικόνα που διαπέρασε και εκείνο την ύπαρξή μου και ακόμα ανακαλύπτω την έκταση της επιρροής του. Γι΄ αυτό και το αναφέρω κάθε φορά στο βιογραφικό μου, αφού το νιώθω σαν τον πρώτο αγαπημένο μου δάσκαλο.

Cul.N.: Οι πολιτικές επιστήμες που σπουδάσατε αρχικά στη Νομική Σχολή πώς προέκυψαν; Ποια στοιχεία έχετε κρατήσει από αυτό το κομμάτι της ζωής σας και πώς αποφασίσατε μετά να στραφείς σε κάτι εντελώς διαφορετικό και να σπουδάσετε στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας;

N.T.: Είναι μια χορογραφία που μοιάζει άλλοι να μου υπέδειξαν τα πρώτα βήματα και να μου εντόπισαν καίρια σημεία για να σταθώ. Σε μένα έμεινε η θέληση ν’ αναζητήσω και να συνθέσω την μεταξύ τους αρμονία . Τις σπουδές στο πανεπιστήμιο τις ήθελε ο πατέρας μου, ο δάσκαλος μου στη γ΄ δημοτικού του έλεγε να με κάνει ζωγράφο. Ζωγράφιζε και ο ίδιος κι εγώ αντέγραφα από τα ημερολόγια της Εθνικής Τράπεζας, τα έργα των μεγάλων ζωγράφων . Άκουσα και τους δύο. Σπούδασα πρώτα πολιτικές επιστήμες μαθαίνοντας σ’ έναν αναλυτικό τρόπο σκέψης. Και μετά έδωσα εξετάσεις στην σχολή καλών τεχνών αναπολώντας εκείνη την δημιουργική και λυτρωτική ελευθερία στην έκφραση. Θεωρώ και τα δύο εξίσου σημαντικά.

Cul.N.: Η πολιτική και η τέχνη τελικά συνδέονται ; Είστε της άποψης πως κάθε ενέργεια είναι πράξη πολιτική; Το αντίθετο γιατί δεν ισχύει κατά τη γνώμη σας;

N.T.: Η πολιτική και η τέχνη είναι αλληλεξαρτώμενες και συνδέονται αναπόσπαστα και οι δύο με την ζωή μας. Άσχετα αν απωθούμαστε από την πολιτική όπως την βλέπουμε να ασκείται σήμερα και να περιορίζεται στη ματαιοδοξία κάποιων πολιτικών. Με την ευρεία έννοια που κάθε άνθρωπος έχει μια ιδεολογία, με κάθε ενέργεια που εκδηλώνει, καταθέτει μια άποψη, κρίνει με συνέπειες και αντίκτυπο στο ευρύτερο περιβάλλον , έτσι κάθε ενέργεια είναι μια πράξη πολιτική. Το αντίθετο δεν μπορεί να ισχύσει, όσο η τέχνη αντιδρά στην χειραγώγηση της από την πολιτική εξουσία, που έπαψε να αναζητά λύσεις για την κοινωνία των πολλών. Έπαψε να έχει την ικανότητα να οργανώνει και να συντονίζει την εξέλιξη με διάθεση δημιουργική. Η πολιτική χάνει την εμπιστοσύνη μας, αντίθετα με την τέχνη που μοιάζει να συγκεντρώνει τις ελπίδες μας και τα οράματα του μέλλοντος μας.

Cul.N.: Για να επιστρέψουμε στον τίτλο της έκθεσής σας, ποια στοιχεία πρέπει να συντελούν ώστε μια ευχή να είναι καλοτάξιδη και να πραγματοποιηθεί;

N.T.: Οι άνθρωποι, αλληλεπιδρούμε ο ένας στην ζωή του άλλου. Μπλέκονται οι χαρές και οι λύπες μας και μας επηρεάζουν βαθύτερα από αυτό που συνειδητοποιούμε. Πολλές ευχές αναφέρονται σε ολόκληρη την ζωή μας. Πρέπει να καταλάβουμε ότι στο ταξίδι της ζωής είμαστε συνοδοιπόροι και μοιραζόμαστε τον ίδιο αέρα γεμάτο με τις προθέσεις, τις διαθέσεις, τα συναισθήματα μας και άλλα πολλά. Η φροντίδα μας είναι απαραίτητο ν’ αρχίζει από εμάς αλλά να εμπεριέχει και τους άλλους. Η ευχή έχει τη δύναμη να πραγματοποιηθεί όταν τοποθετηθούμε αξιολογώντας μια κατάσταση, βάλουμε σε προτεραιότητες της επιθυμίες μας και προσηλωθούμε στο στόχο μας.

Cul.N.: Κλείνοντας, με αφορμή την έκθεσή σας, ποια ευχή θα θέλατε να κάνετε για τη νέα χρονιά;

N.T.: Ότι συμβαίνει αυτή την εποχή εντός και εκτός Ελλάδας, ανατρέπει τις συνθήκες οικονομικής και κοινωνικής ασφάλειας, που μάθαμε να ζούμε μέχρι πρόσφατα. Εύχομαι να επικρατήσει το δίκαιο, η τόλμη να δούμε πέρα από το ατομικό συμφέρον του ο καθένας μας. Να επικρατήσει η ενότητα και η συνειδητοποίηση του αδιάσπαστου της ύπαρξης μας γενικότερα. Σε αυτό μας βοηθάει η επιστήμη με καινούργιες απαντήσεις που δίνει σε παλιά ερωτήματα και η τέχνη μέσα από τις ελευθερίες που αφήνει να το αντιληφθούμε.

Cul.N.: Επόμενα καλλιτεχνικά σχέδια υπάρχουν; Έχετε αρχίσει ήδη να επεξεργάζεστε την ιδέα της επόμενης έκθεσης ή είναι νωρίς ακόμα;

N.T.: Ιδέες και σχέδια υπάρχουν σαν χείμαρροι ... Θα δούμε πως θα συνδεθούν με μια εξωτερική κατάσταση

Photo: Θάνος Ηλιόπουλος